γραφεύς
γραφεύς, γραφεύς, γραφέως, ὁ, writer; painter
- painter, Emp. 23.1, E. Hec. 807 (s. v. l.), And. 4.17, Pl. Phd. 110b, etc.
- II = γραμματεύς, X. HG 4.1.39, Plu. Ages. 13; private secretary, τοῦ Δημοκρίτου Epicur. Fr. 172.
- III writer, D.S. 21.17; scribe, scrivener, X. Ages. 1.26; copyist, Arist. Rh. 1409a20, Plb. 12.4a. 4, Str. 13.1.54 (pl.); τὰ τῶν γραφέων πταίσματα Porph. Plot. 19; cf. γραφής, γροφεύς.
1 pintor
ὁπόταν γραφέες ἀναθήματα ποικίλλωσιν
οἱ γραφεῖς ... τέρπουσιν τὴν ὄψιν
(χρώματα) οἷς ... οἱ γραφῆς καταχρῶνται
ἀγαλματοποιὸς ἢ γ. ἀναγκαζόμενος εἰκάζειν
2 escritor
γ. (τῶν ἐγκωμίων)
3 escribano, copista
δεῖ ... δήλην εἶναι τὴν τελευτὴν μὴ διὰ τὸν γραφέα
οὐδεὶς ἂν εἴπειε ... τοῦ συγγραφέως εἶναι τὸ διάπτωμα, τοῦ δὲ γραφέως ὁμολογουμένως
4 secretario funcionario, X.HG 4.1.39, IG ll.cc., Plu.Ages.13
• particular fig.
ἐκάλει ... Πρωτωγόραν γραφέα Δημοκρίτου
1. schilder.
2. secretaris, klerk, schrijver.
- Ia painter, Eur.
- II= γραμματεύς, Xen.