θεοστύγητος
θεο-στύγητος [ῠ], ον,
- = foreg. [θεοστυγής] I, ἄγος A. Ch. 635 (lyr.).
θεο·στύγητος, ος, ον [ῠ] haï des dieux, Eschl. Ch. 635.
Étym. θ. στυγέω.
θεοστύγητος, = θεοστυγής 1, Aesch. Ch. 633.
θεοστύγητος
στῠγέω
= θεοστῠγής 1, Aesch.