About
Menu

κλινίς

κλινίς, dim. of κλίνη, couch

κλῑν-ίς, ίδος, ἡ,
  • = κλινίδιον, Cratin. 137, Ar. Th. 261.
    • II = ἐπὶ τῆς ἁμάξης νυμφικὴ καθέδρα, Hsch., cf. Poll. 10.33.

Saved

Recent