κλινόπους
κλινόπους, feet of a bed
κλῑνό-πους, ποδος, ὁ, pl.,
- feet of a bed, Gp. 13.9.9: sg., generally, κ. τοίχου Hsch. s.v. θριγκός, EM 455.55; σφιγγῶν ib. 425.28 (pl.).
κλινό·πους, ποδος (ὁ) [ῑ] pied de lit, Geop. 13, 9, 9.
Étym. κλίνη, πούς.
κλινόπους, [κλῑ], ποδος, ὁ, Bett-, Sänftenfuß, Sp.