μείρομαι
μείρομαι, to receive as one’s portion
μείρομαι2, [wish for > ἱμείρομαι]
- receive as oneʼs portion, with collat. notion of its being oneʼs due: c. acc., καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς take half the honour as thy due, Il. l.c.; later, divide, ἀροτήσιον ὥρην τριπλόα μείρονται Arat. 1054.
- II in form ἔμμορε (ἔμμορες, etc.), obtain oneʼs share of, c. gen., οὔ ποθʼ ὁμοίης ἔμμορε τιμῆς Il. 1.278; πάντα δέδασται, ἕκαστος δʼ ἔμμορε τιμῆς 15.189, cf. Od. 11.338; θεῶν ἒξ ἔμμορε τιμῆς 5.335; ἔμμορέ τοι τιμῆς ὅς τʼ ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ Hes. Op. 347; ἐν δὲ διχοστασίῃ καὶ ὁ πάγκακος ἔμμορε τιμῆς Call. Fr.anon. 373 [not in P.?]: later c. acc., A.R. 3.208, Nic. Al. 488.
- 2 c. part., like τυγχάνω, happen to be, νόημα . . μεμόρηκε . . ἐσφαλμένον ib. 213.
- III pf. Pass. εἵμαρται, inf. εἱμάρθαι B. 13.1, App. BC 2.4: impers., it is allotted, decreed by fate, εὖ εἱμάρθαι παρὰ δαίμονος B. l.c.: usu. c. acc. et inf., Pl. R. 566a, Phdr. 255b: freq. in plpf. εἵμαρτο it was decreed, νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι Il. 21.281; ἐκ γὰρ τῆς εἵμαρτο . . τέκνα γενέσθαι Hes. Th. 894; εἰ . . οὕτως εἵμαρτο πρᾶξαι D. 18.195, etc.: freq. also in part., θεῶν εἱμαρμένα δῶρα Thgn. 1033; τὰ δʼ ἄλλα . . σὺν θεοῖς εἱμαρμένα A. Ag. 913; τοιαῦτα . . πρὸς θεῶν εἱμ. S. Tr. 169; χρόνος εἱμαρμένος Pl. Prt. 320d, cf. Phd. 113a; εἴπερ εἱμαρμένον εἴη Id. Mx. 243e; ἡ εἱμαρμένη (sc. μοῖρα) destiny, Id. Phd. 115a, Grg. 512e, D. 18.205, etc.: later forms μέμορται Phot., Suid.: inf. μέμορθαι Aeol. acc. to Sch. Il. 10.67, EM 312.46: part. μεμορμένος, θάνατος, οἶκος, A.R. 3.1130, Epigr.Gr. 414.7 (Egypt); ἠρίον Alex.Aet. 3.33; πότμος Lyc. 430; κῆρες AP 7.700 (Diod.); τὸ μ. Plu. Mar. 39, Agath. 1.1 (v.l. μεμαρμένον): Aeol. ἐμμόρμενον Alc. Supp. 14.7: Dor. ἐμβρᾰμένα (q.v.); βεβρᾰμένων· εἱμαρμένων, Hsch.; μεμόρηται Man. 6.13; μεμορημένος AP 7.466 (Leon.); but μεμορημένον in Nic. Al. 229 is from μορέω (q.v.); Dor. 3 sg. μεμόρακται (as if from μοράζω) it receives a portion of, τινος Ti.Locr. 95a.
- IV μείρομαι as Pass., to be divided from, τινος Arat. 657.
- = ἱμείρομαι, c. gen., Nic. Th. 402, Inscr.Perg. 203.
1. praes. toebedeeld krijgen, als deel krijgen:
2. perf.
a. act. zijn deel (gekregen) hebben van, deelhebben aan, met gen:
b. pass. (als lot) toebedeeld zijn, voorbestemd zijn, beschikt zijn:
als seinen Anteil empfangen, gew. mit der Nebenbdtg des Gebührenden, ἥμισυ μείρεο τιμῆς, empfange als deinen gebührenden Anteil die Hälfte der Ehre, Il. 9.616 ; Sp. auch = durchs Los verteilen, nach dem Lose unter sich verteilen, u. übh. teilen, τριπλόα μείρονται ἀροτήσιον ὥρην, Arat. 1053. – Dah. im perf. (durchs Los) einer Sache teilhaft sein, οὔποθʼ ὁμοίης ἔμμοοε τιμῆς σκηπτοῦχος βασιλεύς, Il. 1.278. sp.D. auch mit dem accus., Ap.Rh. 3.208, 4.1749 ; Nic. Al. 488, der es auch wie τυγχάνω mit dem part. vrbdt, νόημα μεμόρηκε κακῇ ἐσφαλμένον ἄτῃ, Al. 213 ; in Beziehung auf die Verteilung der Welt sagt Poseidon ἕκαστος δʼ ἔμμορε τιμῆς, Il. 15.189 ; Hesych. erkl. die dor. Form ἐμμόραντι durch τετεύχασι. – Das perf. pass. nur in der 3. Pers. sing. εἵμαρται, wie plusqpt. εἵμαρτο, u. im part. εἱμαρμένος, bes. im fem., es ist durch das Los zugeteilt, durch das Schicksal bestimmt, νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι, Il. 21.281, wie Od. 24.34, u. so mit folgdm acc. c. inf., 5.312 ; Hes. Th. 894 ; εἱμαρμένα δῶρα θεῶν, Theogn. 1027 ; vgl. Aesch. Ag. 887 ; u. τοιαῦτʼ ἔφραζε πρὸς θεῶν εἱμαρμένα τῶν Ἡρακλείων ἐκτελευτᾶσθαι πόνων, Soph. Tr. 168, das von den Göttern Bestimmte, von den Arbeiten des Herakles ; bei Plat. steht in dor. Form γᾶς μεμόρακται πυρός τε, Tim.Locr. 95a ; gew. οὐχ εἵμαρται κακὸν κακῷ φίλον εἶναι Phaedr. 255b, ἀνάγκη δὴ καὶ εἵμαρται ἢ ἀπολωλέναι Rep. VIII.566d ; u. am häufigsten im partic., ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως Prot. 320d ; ἤδη καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν 321c ; εἴπερ εἱμαρμένον εἴη ἀνθρώποις στασιάσαι Menex. 243e ; καί τινας εἱμαρμένους χρόνους μείνασαι Phaed. 113a ; ἡ εἱμαρμένη, das Schicksal, Verhängnis, ὅταν ἡ εἱμ. καλῇ 115a, κατὰ τὴν τῆς εἱμαρμένης τάξιν καὶ νόμον Legg. X.904c ; ὅτι τὴν εἱμαρμένην οὐδʼ ἂν εἷς ἐκφύγοι Gorg. 512e, öfter ; τὸν τῆς εἱμαρμένης καὶ τὸν αὐτόματον θάνατον περιμένει, Dem. 18.205 ; einzeln bei Sp. Dazu adj. verb. εἱμαρτός, s. oben. – sp.D. haben auch μέμορμαι, im part. μεμορμέναι Κῆρες, Diod. 8 (VII.700); Lycophr. 430 ; Antip.Thess. 66 (VII.286); πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι, Ap.Rh. 3.1130 ; Alex.Aet. 5.38 ; EM. 312.46, wie Schol. Il. 10.67, erwähnen den äol. inf. μέμορθαι, wie Phot. erkl. μέμορται durch μεμοίραται. Auch μεμορημένος, Antip.Thess. 66 (VII.286); μεμόρηται, c. partic., Ap.Rh. 1.646, 973 ; πυρὸς μεμορημένος αὐγαῖς, ausgesetzt, Nic. Al. 229.
Bei Hesych. steht noch die Glosse ἔμορτεν, ἰσήμορτεν, ἀπέθανεν.
Bei Arat. 655 ist μειρομένη γονάτων = ἀμειρομένη, getrennt von, beraubt.
3 sing. pf. ἔμμορε Il. 1.278, Il. 15.189 : Od. 5.335, Od. 11.338.
3 sing. plupf. pass. εἵμαρτο Il. 21.281 : Od. 5.312, Od. 24.34.
- 1
To receive a share of, take one’s part of.
With genit. : ἥμισυ μείρεο τιμῆς Il. 9.616.
- 2
In pf., to have one’s share of, to have, hold, be entitled to.
With genit. : τιμῆς Il. 1.278, Il. 15.189 : Od. 5.335, Od. 11.338.
- 3
In pass. in impers. construction, to be allotted as one’s portion, be fated : λευγαλέῳ με θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι (it was the fate assigned me) Il. 21.281 :=Od. 5.312. Cf. Od. 24.34.
- 1
- Ito receive as oneʼs portion or due, καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς take half the honour as thy due, Il.
- IIin perf. to have oneʼs share of, c. gen., ἔμμορε τιμῆς he has gotten his share of honour, Hom.
- IIIin 3rd sg. perf. pass. εἵμαρται, impers. it is allotted, decreed by fate, Plat.; plup. εἵμαρτο, it was decreed, Hom.; εἵμαρτο Dem., etc.:—part., εἱμαρμένος, η, ον, ordained, destined, allotted, Theogn., Aesch., etc.; ἡ εἱμαρμένη (sc. μοῖρα), that which is allotted, destiny, Plat.
-
…ἐμμελῶς πάντων ἔχοντα, τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνόν τε καὶ ἀνυπόδητον καὶ ἄστρωτον καὶ ἄοπλον · ἤδη δὲ καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν, ἐν ᾗ ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα…
Plato, Protagoras
-
…γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν. ἐπειδὴ δὲ καὶ τούτοις χρόνος ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται .…
Plato, Protagoras
-
…ἐπέρριψαν περὶ Πηλεΐωνι θανόντι. τῷ κʼ ἔλαχον κτερέων, καί μευ κλέος ἦγον Ἀχαιοί · νῦν δέ λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι. ὣς ἄρα μιν εἰπόντʼ ἔλασεν μέγα κῦμα κατʼ ἄκρης δεινὸν ἐπεσσύμενον, περὶ δὲ σχεδίην ἐλέλιξε. τῆλε…
Homer, Odyssey
-
…. τὼς γάρ οἱ φρασάτην, ἵνα μὴ βασιληίδα τιμὴν ἄλλος ἔχοι Διὸς ἀντὶ θεῶν αἰειγενετάων. ἐκ γὰρ τῆς εἵμαρτο περίφρονα τέκνα γενέσθαι · πρώτην μὲν κούρην γλαυκώπιδα Τριτογένειαν ἶσον ἔχουσαν πατρὶ μένος καὶ ἐπίφρονα βουλήν. αὐτὰρ ἔπειτʼ ἄρα…
Hesiod, Theogony
-
…, καλλίσφυρος Ἰνώ, Λευκοθέη, ἣ πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα, νῦν δʼ ἁλὸς ἐν πελάγεσσι θεῶν ἒξ ἔμμορε τιμῆς. ἥ ῥʼ Ὀδυσῆʼ ἐλέησεν ἀλώμενον, ἄλγεʼ ἔχοντα, αἰθυίῃ δʼ ἐικυῖα ποτῇ ἀνεδύσετο λίμνης, ἷζε δʼ…
Homer, Odyssey
-
…γʼ ἔτραφʼ ἄριστος · τώ κʼ ἀγαθὸς μὲν ἔπεφνʼ, ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξε · νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι ἐρχθέντʼ ἐν μεγάλῳ ποταμῷ ὡς παῖδα συφορβόν, ὅν ῥά τʼ ἔναυλος ἀποέρσῃ χειμῶνι περῶντα. ὣς φάτο ,…
Homer, Iliad
-
…γένηται, γείτονες ἄζωστοι ἔκιον, ζώσαντο δὲ πηοί. πῆμα κακὸς γείτων, ὅσσον τʼ ἀγαθὸς μέγʼ ὄνειαρ. ἔμμορέ τοι τιμῆς, ὅς τʼ ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ. οὐδʼ ἂν βοῦς ἀπόλοιτʼ, εἰ μὴ γείτων κακὸς εἴη .…
Hesiod, Works and Days
-
…πόρος ἐς δῶμʼ ἄελπτον ὡς ἂν ἡγῆται δίκη. τὰ δʼ ἄλλα φροντὶς οὐχ ὕπνῳ νικωμένη θήσει δικαίως σὺν θεοῖς εἱμαρμένα. Λήδας γένεθλον, δωμάτων ἐμῶν φύλαξ, ἀπουσίᾳ μὲν εἶπας εἰκότως ἐμῇ · μακρὰν γὰρ ἐξέτεινας · ἀλλʼ ἐναισίμως…
Aeschylus, Agamemnon
-
…ὅδε φαίνεται εἶναι εἶδός τε μέγεθός τε ἰδὲ φρένας ἔνδον ἐίσας ; ξεῖνος δʼ αὖτʼ ἐμός ἐστιν, ἕκαστος δʼ ἔμμορε τιμῆς · τῷ μὴ ἐπειγόμενοι ἀποπέμπετε, μηδὲ τὰ δῶρα οὕτω χρηίζοντι κολούετε · πολλὰ γὰρ ὑμῖν κτήματʼ ἐνὶ μεγάροισι…
Homer, Odyssey
-
…ζώσαντο δὲ πηοί. πῆμα κακὸς γείτων, ὅσσον τʼ ἀγαθὸς μέγʼ ὄνειαρ. ἔμμορέ τοι τιμῆς, ὅς τʼ ἔμμορε γείτονος ἐσθλοῦ. οὐδʼ ἂν βοῦς ἀπόλοιτʼ, εἰ μὴ γείτων κακὸς εἴη. εὖ μὲν μετρεῖσθαι παρὰ γείτονος ,…
Hesiod, Works and Days