μεγαλαύχητος
μεγαλαύχητος, much vaunted
μεγᾰλ-αύχητος, ον,
- much vaunted, Epigr. ap. Paus. 1.13.3.
μεγαλαύχητος, ος, ον [ᾰ] c. μεγάλαυχος, Epigr. (Paus. 1, 13, 3).
μεγαλαύχητος, sehr ruhmvoll, Μακηδονία, Leon.Tar. 22 (APP 106).