μεγαλανορία
μεγᾰλ-ᾱνορία, μεγᾰλ-άνωρ, Dor. for μεγαλην-.
μεγαλανορία, v. μεγαληνορία.
μεγαλανορία, [λᾱ], ἡ, dor. = μεγαληνορία.
μεγᾰλᾱνορία
- 1ambitious action ἀλλʼ ἔμπαν μεγαλανορίαις ἐμβαίνομεν, ἔργα τε πολλὰ μενοινῶντες N. 11.44