μεγαλαυχής
μεγᾰλ-αυχής, ές,
- = μεγάλαυχος, Orph. H. 63.3, IG 14.433 (Tauromenium), Man. 3.34, Vett.Val. 272.8.
μεγαλαυχής, ής, ές [ᾰ] très glorieux, très orgueilleux, Orph. H. 62, 3 ; Man. 3, 34.
Étym. μεγαλαυχέω.
μεγαλαυχής, ές, ruhmvoll ; Orph. H. 62.3 ; Man. 3.34 ; vgl. μεγάλαυχος u. μεγαλαύχητος.