πανομφής Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰνομφ-ής, ές, = foreg., ὄνειροι Orac. ap. Porph. ap. Eus. PE 5.8. παν·ομφής, ής, ές [ᾰ] c. le préc. Poèt. (Eus. P.E. 5, 8). πανομφής, ές, = πανομφαῖος, ὄνειροι, sp.D.