παραβλαστικός
παραβλαστ-ικός, ή, όν, = foreg. [παραβλαστητικός], Thphr. CP 5.6.3.
παραβλαστικός, ή, όν, qui pousse ou repousse à côté, Th. H.P. 1, 3, 3, vulg. corrigée en παραβλαστητικός.
Étym. παραβλαστάνω.
παραβλαστικός, ή, όν, daneben-, hinzukeimend, -sprossend, Theophr., v.l. παραβλαστητικός.