περιπλοκάδην
περιπλοκ-άδην [ᾰ], Adv.
- = περιπλέγδην, AP 5.251 (Paul.Sil.).
περι·πλοκάδην [ᾰ] adv. c. περιπλέγδην, Anth. 5, 252.
Étym. περιπλοκή, -δην.
περιπλοκάδην, adv., = περιπλέγδην, Paul.Sil. 6 (V.252).