προβούλομαι
προβούλ-ομαι, v. προβέβουλα.
*προ·βούλομαι, v. προβέβουλα.
προβούλομαι, s. προβέβουλα.
†προβούλομαι
[προ- 2.]
Pf. προβέβουλα.
To rank before, prefer.
With genit.: κλυταιμνήστρης [μιν] προβέβουλα (prefer her to ...) Il. 1.113.