προγενέτωρ
προγενέτωρ, ορος, ὁ,
- = προγεννήτωρ, Pempel. ap. Stob. 4.25.52.
προ·γενέτωρ, ορος (ὁ) c. προγεννήτωρ, Pempel. (Stob. Fl. 79, 52).
προγενέτωρ, ορος, ὁ, = προγεννήτωρ, Pempel. bei Stob. Flor. 79.52.