ποιμήν
ποιμήν, ποιμήν, ὁ, shepherd (noun)
- herdsman, whether of sheep or oxen, Od. 10.82-5, al.; opp. lord or owner (ἄναξ), 4.87.
- 2 after Hom. always shepherd, βουκόλοι καὶ π. E. Ba. 714, cf. Cratin. 281, Pl. Tht. 174d, R. 343a, Lg. 735b, etc.; π. προβάτων LXX Ge. 4.2.
- II metaph., shepherd of the people, regularly of Agamemnon, Ἀγαμέμνονα π. λαῶν Il. 2.243, al.: generally, captain, chief, ib. 85, al., S. Aj. 360 codd. (lyr.); ναῶν ποιμένες A. Supp. 767; λόχων E. Ph. 1140; ὄχων Id. Supp. 674; ποιμένες δώρων Κυπρίας, of the Loves, Pi. N. 8.6: abs., master, lord, πλοῦτος ὁ λαχὼν ποιμένα Id. O. 10(11).88; for A. Ag. 657, v. στρόβος.
- 2 in LXX and NT, pastor, teacher, Je. 2.8, Ep.Eph. 4.11, etc. (Cf.Lith. piemuõ, gen.sg. piemeñs ‘shepherd’.)
-ένος, ὁ.
- 1
A shepherd (in Od. 10.82 app. including herdsman and this sense is possible in all the passages except Il. 5.137, Il. 12.451, Il. 13.493 and Il. 16.354, where the sense shepherd (in Il. 16.354 including goatherd) is required) Il. 3.11, Il. 4.455, Il. 5.137, Il. 8.559, Il. 12.451, Il. 13.493, Il. 16.354, Il. 18.162, Il. 23.835 : Od. 4.87 Od. 10.82.
- 2
Of kings and chiefs, π. λαῶν, shepherd of the host. Applied to AgamemnonIl. 2.243, 254, 772= Il. 7.230, Il. 4.413, Il. 10.3, Il. 11.187, 202, Il. 14.22, Il. 19.35, 251, Il. 24.654 : Od. 3.156, Od. 4.532, Od. 14.497.
To Menelaus Il. 5.566, 570: Od. 4.24.
To Nestor Il. 2.85, Il. 10.73, Il. 23.411 : Od. 3.469, Od. 15.151, Od. 17.109.
To Atreus Il. 2.105.
To Aeneas Il. 5.513, Il. 20.110.
To Glaucus Il. 6.214.
To Hector Il. 10.406, Il. 14.423, Il. 15.262, Il. 22.277.
To Diomedes Il. 11.370, Il. 23.389.
To Machaon Il. 11.506, 598, 651.
To Achilles Il. 16.2, Il. 19.386.
To Aegisthus Od. 4.528.
To Odysseus Od. 18.70, Od. 20.106.
To Laertes Od. 24.368.
To Mentor Od. 24.456.
To various minor heroes Il. 1.263, Il. 4.296, Il. 5.144, Il. 7.469, Il. 9.81, Il. 11.92, 578, 842, Il. 13.411, 600, Il. 14.516, Il. 17.348.
- 1
- 1shepherd met. πλοῦτος ὁ λαχὼν ποιμένα ἐπακτὸν ἀλλότριον O. 10.88 (ἔρωτες) οἶοι καὶ Διὸς Αἰγίνας τε λέκτρον ποιμένες ἀμφεπόλησαν Κυπρίας δώρων N. 8.6
- Ivoc. ποιμήν, a herdsman or shepherd, Hom.: after Hom. always a shepherd, Eur., Plat., etc.
- IImetaph. a shepherd of the people, of Agamemnon, Hom., etc.; generally, a captain, chief, Soph., Eur. deriv. uncertain
-
…; ὅτι τοί σε, ἔφη, κορυζῶντα περιορᾷ καὶ οὐκ ἀπομύττει δεόμενον, ὅς γε αὐτῇ οὐδὲ πρόβατα οὐδὲ ποιμένα γιγνώσκεις. ὅτι δὴ τί μάλιστα ; ἦν δʼ ἐγώ. ὅτι οἴει τοὺς ποιμένας ἢ τοὺς βουκόλους τὸ τῶν…
Plato, Republic
-
…ὁρᾷς, ὦ Θρασύμαχε ἔτι γὰρ τὰ ἔμπροσθεν ἐπισκεψώμεθα ὅτι τὸν ὡς ἀληθῶς ἰατρὸν τὸ πρῶτον ὁριζόμενος τὸν ὡς ἀληθῶς ποιμένα οὐκέτι ᾤου δεῖν ὕστερον ἀκριβῶς φυλάξαι, ἀλλὰ πιαίνειν οἴει αὐτὸν τὰ πρόβατα, καθʼ ὅσον ποιμήν ἐστιν, οὐ…
Plato, Republic
-
…τὸν ὡς ἀληθῶς ποιμένα οὐκέτι ᾤου δεῖν ὕστερον ἀκριβῶς φυλάξαι, ἀλλὰ πιαίνειν οἴει αὐτὸν τὰ πρόβατα, καθʼ ὅσον ποιμήν ἐστιν, οὐ πρὸς τὸ τῶν προβάτων βέλτιστον βλέποντα ἀλλʼ, ὥσπερ δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα ἑστιάσεσθαι, πρὸς τὴν…
Plato, Republic
-
…δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα ἑστιάσεσθαι, πρὸς τὴν εὐωχίαν, ἢ αὖ πρὸς τὸ ἀποδόσθαι, ὥσπερ χρηματιστὴν ἀλλʼ οὐ ποιμένα. τῇ δὲ ποιμενικῇ οὐ δήπου ἄλλου του μέλει ἢ ἐφʼ ᾧ τέτακται, ὅπως τούτῳ τὸ βέλτιστον ἐκποριεῖ ἐπεὶ…
Plato, Republic
-
…γε αὐτῇ οὐδὲ πρόβατα οὐδὲ ποιμένα γιγνώσκεις. ὅτι δὴ τί μάλιστα ; ἦν δʼ ἐγώ. ὅτι οἴει τοὺς ποιμένας ἢ τοὺς βουκόλους τὸ τῶν προβάτων ἢ τὸ τῶν βοῶν ἀγαθὸν σκοπεῖν καὶ παχύνειν αὐτοὺς καὶ θεραπεύειν πρὸς ἄλλο τι…
Plato, Republic
-
…χιτῶνα, ἔκ ῥʼ ἀσαμίνθου βῆ δέμας ἀθανάτοισιν ὁμοῖος · πὰρ δʼ ὅ γε Νέστορʼ ἰὼν κατʼ ἄρʼ ἕζετο, ποιμένα λαῶν. οἱ δʼ ἐπεὶ ὤπτησαν κρέʼ ὑπέρτερα καὶ ἐρύσαντο, δαίνυνθʼ ἑζόμενοι · ἐπὶ δʼ ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄροντο οἶνον…
Homer, Odyssey
-
…ὄτρυνε χρυσόπτερον ἀγγελέουσαν · βάσκʼ ἴθι Ἶρι ταχεῖα, τὸν Ἕκτορι μῦθον ἐνίσπες · ὄφρʼ ἂν μέν κεν ὁρᾷ Ἀγαμέμνονα ποιμένα λαῶν θύνοντʼ ἐν προμάχοισιν ἐναίροντα στίχας ἀνδρῶν, τόφρʼ ἀναχωρείτω, τὸν δʼ ἄλλον λαὸν ἀνώχθω μάρνασθαι δηΐοισι κατὰ κρατερὴν…
Homer, Iliad
-
…πόρον οὐδένα τούτου ἀνευρεῖν, οἳ γενοίατο πρῶτοι ἀνθρώπων, ἐπιτεχνᾶται τοιόνδε. παιδία δύο νεογνὰ ἀνθρώπων τῶν ἐπιτυχόντων δίδωσι ποιμένι τρέφειν ἐς τὰ ποίμνια τροφήν τινα τοιήνδε, ἐντειλάμενος μηδένα ἀντίον αὐτῶν μηδεμίαν φωνὴν ἱέναι, ἐν στέγῃ δὲ ἐρήμῃ…
Herodotus, The Histories
-
…αὐτὰρ ἄρα Ζεὺς δῶκε διακτόρῳ ἀργεϊφόντῃ · Ἑρμείας δὲ ἄναξ δῶκεν Πέλοπι πληξίππῳ, αὐτὰρ ὃ αὖτε Πέλοψ δῶκʼ Ἀτρέϊ ποιμένι λαῶν, Ἀτρεὺς δὲ θνῄσκων ἔλιπεν πολύαρνι Θυέστῃ, αὐτὰρ ὃ αὖτε Θυέστʼ Ἀγαμέμνονι λεῖπε φορῆναι, πολλῇσιν νήσοισι καὶ…
Homer, Iliad
-
…ὑπʼ Αἰνείαο δαμείη. τὸν δʼ ἴδεν Ἀντίλοχος μεγαθύμου Νέστορος υἱός, βῆ δὲ διὰ προμάχων · περὶ γὰρ δίε ποιμένι λαῶν μή τι πάθοι, μέγα δέ σφας ἀποσφήλειε πόνοιο. τὼ μὲν δὴ χεῖράς τε καὶ ἔγχεα ὀξυόεντα ἀντίον…
Homer, Iliad