συγκαλυπτός
συγκαλυπτός, wrapped up
συγ-κᾰλυπτός, ή, όν,
- wrapped up, κνίσῃ κῶλα σ. A. Pr. 496.
συγκαλυπτός, ή, όν [ᾰ] vb. de συγκαλύπτω, Eschl. Pr. 496.
συγκαλυπτός, von allen Seiten bedeckt od. verhüllt, κνίσσῃ τε κῶλα συγκαλυπτά, Aesch. Prom. 494.
συγκαλυπτός
συγκᾰλυπτός, ή, όν
- wrapped up, Aesch. from συγκᾰλύπτω