τοκήεσσα
τοκήεσσα, having had children
τοκ-ήεσσα, ἡ, of a woman,
- having had children, Hp. Nat.Mul. 3; fertile, Id. Steril. 226.
τοκήεσσα, ης (ἡ) c. τοκάς, Hpc. 564, 9 ; 646, 12 ; 681, 39.
τοκήεσσα, ἡ, = τοκάς, Hippocr.