About
Menu

τοκετός

τοκετός, birth, delivery

τοκ-ετός, ὁ,
  • = τόκος, childbirth, delivery, Hp. Aër. 4, etc.; including pregnancy, Arist. GA 748b22; μαστοὺς ἐν τ. ἐπαιρομένους Dsc. 4.68: pl., πεπειραμέναι τῶν τ. Sor. 1.70a, cf. 2.31; τοκετῶν βάσανος AP 9.311 (Phil.).

Saved

Recent