ἐκτρύω
ἐκτρύω, wear out
ἐκτρύω, aor. -έτρῡσα,
- wear out, τινὰ ταῖς ἀπορίαις App. BC 2.66; cf. ἐκτρυωθείς (sic)· φθαρείς, Hsch.
oprimir, reducir
ἐκτρῦσαι ταῖς ἀπορίαις αὐτούς
ἐκ·τρύω (inf. ao. ἐκτρῦσαι) c. les préc. App. Civ. 2, 66.
ἐκτρύω, aufreiben, τινὰ ἀπορίαις App. B.C. 2.66.