ἔκτρωσις
ἔκτρωσις, miscarriage, abortion
ἔκ-τρωσις, εως, ἡ,
- miscarriage, Arist. Pr. 860a18 (pl.); ἐκτρώσει ἐν τόκῳ v.l. in Hp. Mul. 2.122, cf. Sor. 2.49.
aborto, parto prematuro
ὁ τόκος ὁ ἐαρινὸς εἰς ἐκτρώσεις γίνεται
ἔ. τῶν ἐμβρύων
ἔ. γυναικός
ἔ. τῆς ἐμῆς γαμετῆς
ἔκτρωσις, εως (ἡ) avortement, Hpc. 644, 50 ; Arstt. Probl. 1, 9, 2.
Étym. ἐκτιτρώσκω.
ἔκτρωσις, ἡ, das zu früh Gebären, Hippocr.; Arist. Probl. 1.9.