ἐκτρώσκω Save DGE Pape ἐκτρώσκω abortar, provocar el aborto de ὅσσαι δ' ἐνὶ γαστέρι φόρτους ἐκτρώσκουσιν Orac.Sib.2.282, cf. ἐκτιτρώσκω. ἐκτρώσκω, Or.Sib., = ἐκτιτρώσκω.