ἡμέδιμνον
ἡμέδιμνον, τό,= ἡμιμέδιμνον, in pl., IG 2(2).1675.265, SIG 1027.11 (Cos); also ἡμέδιμνος, ὁ, IG 14.423i34 (Tauromenium), Did. in Gramm.Lat. 3.412 K.; ἡμίδιμμνον, τό, SIG 998.8 (Epid., v B.C.).
ἡ·μέδιμνον, ου (τὸ) p. dissimil. p. ἡμιμέδιμνον, Didym. (Prisc. Fig. 19, vol. 3, p. 412 Keil).
ἡμέδιμνον, abgekürzte Form von ἡμιμέδιμνος.