ἤμβροτον
ἤμβροτον, Ep. aor. 2 of ἁμαρτάνω.
ἤμβροτον, v. ἁμαρτάνω.
ἤμβροτον, aor.2 zu ἁμαρτάνω.
ἤμβροτον
aor. ἁμαρτάνω.
ἤμβροτον : see ἁμαρτάνω.
aor. ἁμαρτάνω.