ὑληουργός Save ὑληουργός, woodworker LSJ Bailly 2024 Pape ὑληουργός [ῡ], όν, poet. for ὑλουργός, A.R. 2.80. ὑληουργός, ός, όν [ῡ] c. ὑλουργός, A. Rh. 2, 80. ὑληουργός, = ὑλουργός, Ap.Rh. 2.80.