ὑληνόμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑληνόμος [ῡ], ον, = ὑλονόμος, S.E. P. 1.56. ὑλη·νόμος, ος, ον [ῡ] c. ὑλονόμος, Sext. P. 1, 56. ὑληνόμος, = ὑλονόμος, Sext.Emp. Pyrrh. 1.56 ; vgl. Lobeck Phryn. 636.