ὑλησκόπος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑλησκόπος, v. ὑλοσκόπος. ὑλη·σκόπος, ος, ον [ῡ] qui visite ou parcourt les forêts, ép. de Pan, Anth. 6, 107. Étym. ὕλη, σκοπέω. ὑλησκόπος, = ὑλοσκόπος, Πάν, Philp. 8 (VI.107).