ὑλητόμος
ὑλητόμος, woodcutter
ὑλητόμος [ῡ], ον, Dor. ὑλᾱτόμος,
- = ὑλοτόμος, Theoc. 17.9.
ὑλη·τόμος, dor. ὑλα·τόμος, ος, ον [ῡᾱ] c. ὑλοτόμος, Thcr. Idyl. 17, 9.
ὑλητόμος, = ὑλοτόμος, s. Lobeck Phryn. 636.
ὑλητόμος
ὑλη-τόμος, ον,
= ὑλοτόμος, Theocr.