ὑλειώτης
ὑλειώτης, a forester
ὑλειώτης [ῡ], ου, ὁ, (ὕλη)
- forester, epith. of Pan, AP 6.106 (Zon.).
ὑλειώτης, ου (ὁ) [ῡ] habitant des bois, ép. de Pan, Anth. 6, 106.
Étym. ὕλη.
ὑλειώτης, ὁ, der im Walde Lebende, voc. ὑλειῶτα, Pan, Zon. 4 (VI.106).
ὑλειώτης, ου, ὁ,
ὑλή
- a forester, Anth.