ὑπηρέτησις
ὑπηρέτησις, service
ὑπηρέτ-ησις, εως, ἡ,
- service, τὰ εἰς -ήσεις σώματος Arist. Rh. 1384a18.
ὑπηρέτησις, εως (ἡ) action de servir, service, Arstt. Rhet. 2, 6, 13.
Étym. ὑπηρετέω.
ὑπηρέτησις, ἡ, das Dienen, der Dienst, Sp.
ὑπηρέτησις, εως,
ὑπηρετέω
- service, Arist.