Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὐπίσσω
LSJ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπηρετεία
ὑπηρετεύω
ὑπηρετέω
ὑπηρέτημα
ὑπηρέτης
ὑπηρετησία
ὑπηρέτησις
ὑπηρετητέον
ὑπηρετητέος
ὑπηρετικός
ὑπηρέτις
ὑπηρέτρια
ὑπήριπε
ὑπήριπον
ὑπῆρξα
ὑπῆσαν
ὑπήσω
ὑπήτιον
ὑπήτριον
ὑπηχέω
ὑπήχησις
ὑπηῷος
ὑπιδέσθαι
ὑπιέναι
ὑπίημι
ὑπίλλω
ὑπιλλωπέω
ὑπινέω
Ὕπιος
ὔπισθα
ὐπίσσω
ὑπίστημι
ὑπισχνέομαι
ὕπισχνος
ὑπίσχομαι
ὑπίχνιος
ὑπιωγή
ὑπναλέος
ὑπναπάτης
ὑπναφέτης
ὑπνάω
ὑπνηλός
ὑπνηρός
ὑπνητικός
ὑπνίδιος
ὑπνίζω
ὑπνικός
ὑπνίον
ὑπνοδότας
ὑπνοδότειρα
ὑπνοδότης
ὑπνοδῶτις
ὑπνομαχέω
ὕπνον
ὑπνοποιέω
ὑπνοποιός
ὕπνος
Ὑπνοτράπεζος
ὑπνοτράπεζος
ὑπνοφανής
ὑπνοφόβης
…
ὐπίσσω
Save
LSJ
Grieks Nederlands
ὐπίσσω, v. ὀπίσω.
ὐπίσσω
Aeol.
voor
ὀπίσω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}