ὑπόβολος Save LSJ Pape ὑπόβολ-ος, f.l. for ὑπώβολος (q.v.). ὑπόβολος, verpfändet, οἰκίαν κειμένην ὑπόβολον Pherecrat. bei Phot. u. Eust. 1405.22 ; vgl. Poll. 3.85 ; bei Suid. ὑπήβολος, Meineke EM. mit Porson ὑπώβολος.