ὑπόβρυξ
ὑπόβρυξ
-υχος
[ὑπο- 4 + βρέχω, to wet. Cf. ἀναβρέχω and also δίπτυξ under δίπτυχος.]
Under water: τὸν ὑπόβρυχα θῆκεν Od. 5.319.
-υχος
[ὑπο- 4 + βρέχω, to wet. Cf. ἀναβρέχω and also δίπτυξ under δίπτυχος.]
Under water: τὸν ὑπόβρυχα θῆκεν Od. 5.319.