ὑπόβροχος
ὑπόβροχος, somewhat wet
ὑπόβροχος, ον,
- somewhat wet, τόπος EM 752.3.
- II (βρόχος) under a noose or slip-knot, ἔλαβόν σου ἐπιστόλιον . . ὑπόβροχον BGU 531 i 4 (i A. D.).