ῥίπτω
ῥίπτω, ῥίπτω, throw, hurl
- throw, cast, hurl, σόλον, σφαῖραν Il. 23.842, Od. 6.115; χερσί Pi. P. 3.57; ῥ. ἀπὸ βηλοῦ Il. 1.591, etc.; ἤ μιν ἑλὼν ῥίψω ἐς Τάρταρον 8.13, cf. A. Pr. 1051 (anap.); ἐς τὸ δυστυχές Id. Ch. 913; ἐς φλόγα S. Tr. 695; ποτὶ νέφεα Od. 11.592; χθονὶ ῥ. ἑαυτόν throw on the ground, S. Tr. 790, cf. E. IA 39 (anap.); ἐς ὕδωρ ψυχρόν Th. 2.49: abs., ἐρριμμένος prostrate, ἐρριμμένους καὶ μεθύοντας Plb. 5.48.2; ἔτι τῶν νεκρῶν . . ἐρριμμένων ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς lying, Plu. Galb. 28; κλῶνας ἔχουσα ἐπὶ γῆς ἐρριμμένους Dsc. 1.29, cf. 4.169; ἔρριπται νεκροῖς ὅμοια, of hibernating animals, Aët. 16.67; τὰ μελίσσεια ἐν ἀγρῷ ἔριπται have been deposited, PCair.Zen. 467.5 (iii B.C.); cast a net, ἔρριπται ὁ βόλος the cast have been made, Orac. ap. Hdt. 1.62; αὐτοῦ χερμάδας . . ἔρριπτον threw stones at him, E. Ba. 1097, cf. Cyc. 51 (lyr.); ῥ. τινὰ πρὸς πέτραν throw him against a rock, S. Tr. 780; but κατὰ στύφλου πέτρας down from a rock, E. IT 1430, cf. A. Pr. 748; κατὰ κρημνῶν down a precipice, Th. 7.44, Pl. Lg. 944a (Pass.); ὠλένας πρὸς οὐρανόν E. Hel. 1096.
- II like ῥιπτάζω, ῥ. ἑωυτήν toss oneself about, as in a fever, Hp. Mul. 1.2; ἐπὶ λαιὰ καὶ ἐπὶ δεξιὰ σαυτόν AP 5.118 (Crin.): generally, throw about, πλοκάμους E. IA 758, cf. Ba. 150 (both lyr.); winnow, Gal. 6.541.
- III cast out of house or land, S. OT 719, Ph. 265, etc.; μὴ ῥιφθῶ κυσὶν πρόβλητος Id. Aj. 830.
- IV throw off or away, of arms, E. El. 820; of clothes, Pl. R. 474a, Lys. 3.12; so ἔρριψε Πάγασος δεσπόταν threw him, Pi. I. 7(6).44; esp. ῥ. ἀσπίδα (cf. ῥίψασπις), Lys. 10.9, etc.; βιβλίον PUniv.Giss. 20.12 (ii A.D.).
- V ῥ. λόγους cast them forth, hurl them, A. Pr. 314, E. Alc. 680; τὸ προειρημένον ἀναποδείκτως ἐρρίφθαι Phld. Rh. 1.57 S.; also, throw them away, waste them, A. Ag. 1068, cf. E. Med. 1404 (anap., Pass.); λόγοι μάτην ῥιφέντες Id. Hec. 335; so οἴχεται . . ταῦτʼ ἐρριμμένα set at naught, S. Aj. 1271.
- VI ῥ. ἐπὶ πάντας τοὺς κλήρους, as in a scramble, Pl. R. 617e; ῥ. πάντα κύβον κεφαλῆς ὕπερθεν ἐμῆς AP 5.24 ([Phld.]): hence ῥ. κίνδυνον make a bold throw, run a risk, E. Fr. 402.7.
- VII ῥ. ἑαυτόν throw or cast oneself down, X. Cyr. 3.1.25: abs., fling oneself, ἐς πόντον Thgn. 176; ἐς ἅλμην E. Cyc. 166; τάφρον ἐς κοίλην Id. Alc. 897 (anap.); ῥ. ἐν πένθει κατὰ δρία Id. Hel. 1325 (lyr.), cf. Men. 312, Vett.Val. 126.22; cf. βάλλω A. III.
- VIII dub. l. in Orph. Fr. 264.
1. werpen, gooien, met acc. v. zaak en bep. v. richting:
2. afwerpen, wegwerpen, met acc. v. zaak:
werfen, schleudern ; Hom., der außer der Iterativform des impf. nur fut. u. aor. act. hat ; ῥίπτασκον τεταγὼν ἀπὸ βηλοῦ, ψω ἐς Τάρταρον, Il. 8.13 ; δίσκον, σφαῖραν, 23.842, Od. 6.115. So auch Pind. u. Tragg.: μακρὰ ῥίπτειν, Pind. P. 1.45 ; στεφάνοισί τινα, 4.240 ; ἀπὸ πέτρας, ἐς Τάρταρον, Aesch. Prom. 750, 1053 ; auch ἐς τὸ δυστυχές, Ch. 900, vgl. Ag. 1038 ; ἐς φλόγα, Soph. Tr. 692 ; εἰς ἄβατον ὄρος, hinwerfen, aussetzen, O.R. 719, wie ἔρημόν τινα Phil. 265 ; ἐκ χθονὸς ἑαυτόν, sich selbst verbannen, O.R. 1290, 1436 ; μὴ ῥιφθῶ κυσὶν πρόβλητος, Aj. 817 ; οἴχεται πάντα ἐρριμμένα, 1250, verschleudert, verworfen ; τραχεῖς καὶ τεθηγμένους λόγους ῥίψεις, Aesch. Prom. 312 ; μάτην ῥιφέντες λόγοι, Eur. Hec. 335 ; u. in Prosa : βέλη, Plat. Legg. VII.795c ; ἐς τὸ πέλαγος, Ax. 368c ; κλήρους ἐπὶ πάντας, Rep. X.617e, das Los werfen ; κατὰ κρημνῶν ῥιφέντες, Legg. XII.944a ; wegwerfen, wegschleudern, ὅπλα, ib.c ; ἱμάτιον, Rep. V.473e, wie Lys. 3.35 ; ἀσπίδα ἐρριφέναι, 10.9, u. A.; ἐξορίσαι καὶ ῥῖψαι ἐκ τῆς πόλεως, Dem. 25.95 ; Folgde : auch ῥίψας λόγον οὐδαμῶς ἁρμόζοντα αὐτῷ, Pol. 4.20.5 ; verachten. – Intr., sich hinwerfen, fallen, wobei man ἑαυτόν ergänzt, Theogn. 176 ; ἐν πένθει, sich stürzen, Eur. Hel. 1325, vgl. Alc. 922.
(ϝρίπτω).
Pa. iterative ῥίπτασκον Il. 15.23.
3 sing. ῥίπτασκε Il. 23.827 : Od. 8.374, Od. 11.592.
Fut. ῥίψω Il. 8.13.
3 sing. ῥίψει Il. 24.735.
3 sing. aor. ἔρριψε Il. 19.130, Il. 22.406, Il. 23.842, 845 : Od. 6.115, Od. 9.398, Od. 12.254, Od. 20.299. ῥῖψε Il. 1.591, Il. 3.378, Il. 19.268.
(ἀναρρίπτω, ἀπορρίπτω, διαρρίπτω, ἐπιρρίπτω).
- 1
To throw, cast, hurl : τρυφάλειαν ῥῖψʼ ἐπιδινήσας Il. 3.378. Cf. Il. 1.591, Il. 8.13, Il. 15.23, Il. 19.130, 268, Il. 22.406, Il. 23.827, 845, Il. 24.735 : Od. 6.115, Od. 8.374, Od. 9.398, Od. 20.299.
Absol., to make one’s throw : τὸ τρίτον ἔρριψεν αἴας Il. 23.842.
Of the operation of wind: τὰς ἄνεμος ῥίπτασκε ποτὶ νέφεα Od. 11.592.
- 2
To jerk or pull in a specified direction : [ἰχθὺν] θύραζε Od. 12.254.
- 1
- a cast, hurl ἔλπομαι μὴ χαλκοπάρᾳον ἄκονθʼ ὡσείτʼ ἀγῶνος βαλεῖν ἔξω μακρὰ δὲ ίψαις ἀμεύσασθʼ ἀντίους P. 1.45 χερσὶ δʼ ἄρα Κρονίων ῥίψαις διʼ ἀμφοῖν P. 3.57 ὅ τοι πτερόεις ἔρριψε Πάγασος δεσπόταν (ἀπεσείσατο καὶ κατέστρεψε Σ.) I. 7.44 δέ μιν ἐν πέλαγος ῥιφθεῖσαν εὐαγέα πέτραν φανῆναι Πα. 7B. 47. μελέων ἄπο ποικίλον [σπά]ργανον ἔρριψεν (ἔρρειψεν Π, corr. Lobel) Πα. 20. 12. ]ριπτομεν[ fr. 111a. 2. ἔρ]ριψεν (]ρειψεν Π: corr. et supp. Lobel) Θρ. 4. 3.
- b utter cf. ἀπορρίπτω. ῥερῖφθαι ἔπος (παρὰ τῷ Πινδάρῳ· τὸ ῥ ἀναδιπλασιασθὲν κατὰ τὴν ποιητικὴν ἐξουσίαν Herodian 2. 789. 45L.) fr. 318.
- c in tmesis ἀπὸ ῥῖψον (v. ἀπορρίπτω) O. 9.36 ἀπὸ ῥίψαις (v. ἀπορρίπτω) P. 4.232
Strong 4496
1. to throw, cast, hurl: c. acc. rei, Mt 27:5, Ac 27:19, 29; c. acc. pers., Mt 15:30, Lk 4:35; pass., Lk 17:2; ptcp., ἐριμμένοι, cast down, prostrate (Polyb., al.): Mt 9:36; of garments, to throw off (for flight, Eur., Xen., al.; ὅπλα, I Mac 5:43; so EV in Ac 22:23, but v. infr.).
2. = ῥιπτάζω, to shake, toss, throw about: τ. ἱμάτια, Ac 22:23 (EGT, Page, Rackham, in l.; Field, Notes, 136; but v. supr.).†
λέγε τὸν λόγον εἰς τοὺς ψωμοὺς καὶ ῥῖπτε
recita la fórmula sobre los trozos
πάλιν ἄρας τὰ κόπρια ῥῖπτε, ὡς οἶδες
toma de nuevo estiércol y tíralo, como sabes
a
τὴν μὲν κεφαλὴν εἰς τὸν ποταμὸν ῥῖψον
la cabeza
μηκέτι χρῶ τῷ συγχρίσματι, ἀλλὰ ῥίψαντα εἰς ποταμὸν <χρὴ> χρᾶσθαι
ya no uses el ungüento, sino que debes arrojarlo al río y consultar el oráculo
- Ito throw, cast, hurl, Hom., etc.; ῥ. χθονί to throw on the ground, Soph.:— to cast a net, Pass., ἔρριπται ὁ βόλος the cast has been made, Orac. ap. Hdt.:— to throw or toss about, πλοκάμους Eur.
- IIto cast out of house or land, Soph.:— Pass., μὴ ῥιφθῶ κυσίν Soph.
- IIIto throw off or away, of arms, clothes, Eur., etc.
- IVῥ. λόγους to cast them forth, hurl them, Aesch., Eur.:—but also, to throw them away, waste them, Aesch., Eur.: Pass., οἴχεται ταῦτʼ ἐρριμμένα Soph.
- Vto cast lots or dice, Eur., Plat.
- VIῥ. ἑαυτόν to throw or cast oneself down, Xen.;—then absol. to fling oneself, ἐς πόντον Theogn.; ἐς τάφρον Eur.
-
…παραγενομένων οὐκ ἠθέλησαν συνεξαμαρτεῖν, Σίμων δὲ οὑτοσὶ καὶ Θεόφιλος καὶ Πρώταρχος καὶ Αὐτοκλῆς εἷλκον τὸ μειράκιον. ὁ δὲ ῥίψας τὸ ἱμάτιον ᾤχετο φεύγων. ἐγὼ δὲ ἡγούμενος ἐκεῖνον μὲν ἐκφεύξεσθαι, τούτους δʼ, ἐπειδὴ τάχιστα ἐντύχοιεν ἀνθρώποις ,…
Lysias, Speeches
-
…ὦ βουλή, καὶ ἐκ τῆς μάχης τῆς γενομένης ῥᾴδιον γνῶναι ὅτι ψεύδεται. τὸ γὰρ μειράκιον ὡς ἔγνω, ῥῖψαν θοἰμάτιον, φεῦγον ᾤχετο, οὗτοι δὲ αὐτὸν ἐπεδίωκον, ἐγὼ δὲ ἑτέραν ἀπελθὼν ὁδὸν ᾠχόμην. καίτοι ποτέρους χρὴ…
Lysias, Speeches
-
…χειρὸς ἄπο στιβαρῆς, καὶ ὑπέρβαλε σήματα πάντων. ἀλλʼ ὅτε δὴ σόλον εἷλε μενεπτόλεμος Πολυποίτης, ὅσσόν τίς τʼ ἔρριψε καλαύροπα βουκόλος ἀνήρ, ἣ δέ θʼ ἑλισσομένη πέτεται διὰ βοῦς ἀγελαίας, τόσσον παντὸς ἀγῶνος ὑπέρβαλε · τοὶ δὲ…
Homer, Iliad
-
…ἀργυρώνητον σέθεν ; οὐκ οἶσθα Θεσσαλόν με κἀπὸ Θεσσαλοῦ πατρὸς γεγῶτα γνησίως ἐλεύθερον ; ἄγαν ὑβρίζεις, καὶ νεανίας λόγους ῥίπτων ἐς ἡμᾶς οὐ βαλὼν οὕτως ἄπει. ἐγὼ δέ σʼ οἴκων δεσπότην ἐγεινάμην κἄθρεψʼ, ὀφείλω δʼ οὐχ ὑπερθνῄσκειν σέθεν…
Euripides, Alcestis
-
…δʼ ἑτέρους ἑτέρα πιέζει φανεῖσα θνατῶν. ὦ μακρὰ πένθη λῦπαί τε φίλων τῶν ὑπὸ γαίας. τί μʼ ἐκώλυσας ῥῖψαι τύμβου τάφρον ἐς κοίλην καὶ μετʼ ἐκείνης τῆς μέγʼ ἀρίστης κεῖσθαι φθίμενον ; δύο δʼ ἀντὶ μιᾶς Ἅιδης ψυχὰς τὰς…
Euripides, Alcestis
-
…τοί μοι τάσδʼ ἀγγελίας ὅδʼ ἐθώυξεν · πάσχειν δὲ κακῶς ἐχθρὸν ὑπʼ ἐχθρῶν οὐδὲν ἀεικές. πρὸς ταῦτʼ ἐπʼ ἐμοὶ ῥιπτέσθω μὲν πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος, αἰθὴρ δʼ ἐρεθιζέσθω βροντῇ σφακέλῳ τʼ ἀγρίων ἀνέμων · χθόνα δʼ ἐκ πυθμένων αὐταῖς ῥίζαις…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…τῇδε πημάτων ἐρεῖς ; δυσχείμερόν γε πέλαγος ἀτηρᾶς δύης. τί δῆτʼ ἐμοὶ ζῆν κέρδος, ἀλλʼ οὐκ ἐν τάχει ἔρριψʼ ἐμαυτὴν τῆσδʼ ἀπὸ στύφλου πέτρας, ὅπως πέδοι σκήψασα τῶν πάντων πόνων ἀπηλλάγην ; κρεῖσσον γὰρ εἰσάπαξ θανεῖν ἢ τὰς…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἀγλαόκαρποι συκέαι τε γλυκεραὶ καὶ ἐλαῖαι τηλεθόωσαι · τῶν ὁπότʼ ἰθύσειʼ ὁ γέρων ἐπὶ χερσὶ μάσασθαι, τὰς δʼ ἄνεμος ῥίπτασκε ποτὶ νέφεα σκιόεντα. καὶ μὴν Σίσυφον εἰσεῖδον κρατέρʼ ἄλγεʼ ἔχοντα λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν. ἦ τοι ὁ μὲν…
Homer, Odyssey
-
…ἴαχε πέτρη, ἡμεῖς δὲ δείσαντες ἀπεσσύμεθʼ · αὐτὰρ ὁ μοχλὸν ἐξέρυσʼ ὀφθαλμοῖο πεφυρμένον αἵματι πολλῷ. τὸν μὲν ἔπειτʼ ἔρριψεν ἀπὸ ἕο χερσὶν ἀλύων, αὐτὰρ ὁ Κύκλωπας μεγάλʼ ἤπυεν, οἵ ῥά μιν ἀμφὶς ᾤκεον ἐν σπήεσσι διʼ ἄκριας…
Homer, Odyssey
-
…λιποῦσα μὲν πόλιν νεαίρετον ἥκει, χαλινὸν δʼ οὐκ ἐπίσταται φέρειν, πρὶν αἱματηρὸν ἐξαφρίζεσθαι μένος. οὐ μὴν πλέω ῥίψασʼ ἀτιμασθήσομαι. ἐγὼ δʼ, ἐποικτίρω γάρ, οὐ θυμώσομαι. ἴθʼ, ὦ τάλαινα, τόνδʼ ἐρημώσασʼ ὄχον ,…
Aeschylus, Agamemnon