Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρύηλις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρυγοδίφησις
Τρυγόδωρος
τρυγόζω
τρυγοιπέω
τρύγοιπος
τρυγονάω
τρυγόνιον
τρυγόνιος
τρύγος
τρυγός
τρυγοσώματος
τρυγόω
τρυγόῳεν
τρυγυλίας
τρύγω
τρυγῳδέω
τρυγώδης
τρυγῳδία
τρυγῳδικός
τρυγῳδοποιομουσική
τρυγωδοποιομουσική
τρυγῳδός
τρυγών
τρυγώνιον
τρυεῖτις
Τρύζος
τρύζω
τρυήλα
τρυήλης
τρυηλίς
τρύηλις
τρυλίζω
τρυλισμός
τρυλλίζω
τρύλλιον
τρῦμα
τρυμαλιά
τρυμαλῖτις
τρυμάτιον
τρύμη
τρύξ
τρύξοντα
τρυξώδης
τρύος
τρῦπα
τρυπαλώπηξ
τρυπάνη
τρυπανία
τρυπανίζω
τρυπανικός
τρυπάνιον
τρυπανισμός
τρυπανοειδής
τρυπανοειδῶς
τρύπανον
τρυπανοῦχος
τρυπανώδης
τρυπάω
τρύπη
τρύπημα
τρυπημάτιον
…
τρύηλις
Save
Pape
τρύηλις
, ἡ, = τρυήλης, Hesych., der ζωμήρυσις erklärt.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}