τρυηλίς
τρυηλίς, ladle, spoon
τρυηλίς, ίδος, ἡ,
- ladle, spoon, Luc. Lex. 7: τρυηλίς· ζωμήρυσις (ζῶον ῥύσις cod.), Hsch.
τρυηλίς, ίδος (ἡ) truelle ou cuiller, Luc. Lex. 7.
Étym. lat. trulla.