τρυπάνη Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῡπάν-η [ᾰ], ἡ, = τρύπανον, Hdn.Gr. 2.924, Hsch. τρυπάνη, ης (ἡ) [ῡᾰ] c. τρύπανον, Hdn gr. π. μ. λ. p. 18, 20. τρυπάνη, [ῡ], ἡ, der Bohrer, Hesych.