ἱκανός
ἱκανός, ἱκανός, ἱκανή, ἱκανόν, sufficient, capable
Could not find ἱκανωτέρα in Logeion dictionaries.
ἱκανωτέρα feminine nominative dual comparative, feminine vocative dual comparative, feminine accusative dual comparative, feminine nominative singular comparative, feminine vocative singular comparative of ἱκανός
- sufficing, becoming, befitting; prose Adj., used two or three times by Trag. (v. infr.):
- I of persons, sufficient, competent to do a thing, c. inf., Hdt. 3.45, Antipho 1.15, etc.; ἱ. τεκμηριῶσαι sufficient to prove a point, Th. 1.9; -ώτατος [εἰπεῖν] καὶ γνῶναι Lys. 2.42; τίς σοῦ -ώτερος πεῖσαι; X. Cyr. 1.4.12; ἱ. ζημιοῦν with sufficient power to punish, Id. Lac. 8.4; ἱ. βοηθεῖν Pl. Phdr. 277a, cf. R. 365a; ἱ. ὥστε γνῶναι Id. Lg. 875a, cf. Phdr. 258b; ἱ. κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν Plb. 25.3.6, al.: c. acc. rei, ἀνὴρ γνώμην ἱ. a man of sufficient prudence, Hdt. 3.4; ἱ. τὴν ἰατρικήν sufficiently versed in medicine, X. Cyr. 1.6.15: c. dat. rei, ἱ. ἐμπειρίᾳ καὶ ἡλικίᾳ Pl. R. 467d; οἱ τοῖς χρήμασιν -ώτατοι X. Eq. 2.1: c. dat. pers., a match for, equivalent to, εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱ. ἰδιώταις Pl. Prt. 322c, cf. Tht. 169a: abs., ἱ. Ἀπόλλων S. OT 377; οἱ -ώτατοι τῶν πολιτῶν Isoc. 12.132; κριτὴς -ώτερος Id. 10.38; ἱ. σοφιστής Pl. Ly. 204a; αὐληταὶ ἱ. ὡς πρὸς ἰδιώτας very tolerable in comparison with . ., Id. Prt. 327c; γυνὴ ἱ. μέν, ἄγροικος δέ Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20.]3; ὁ Ἱ. the Almighty, LXX Ru. 1.21.
- 2 in bad sense, capable, ἱ. εἶ λαλῶν κατακόψαι πάντα Men. Sam. 69.
- II of things, in amount, sufficient, adequate, τὰ ἀρκοῦνθʼ ἱ. τοῖς γε σώφροσιν E. Ph. 554; ἱ. τὰ κακὰ καὶ τὰ παρακείμενα Ar. Lys. 1047; ἱκανὰ τοῖς πολεμίοις ηὐτύχηται they have had successes enough, Th. 7.77; ἱ. εἴς, ἐπί, πρός τι, X. Hier. 4.9, Pl. R. 371e, Prt. 322b; [πρόβατα] ἱ. ἐς φορβήν Hdt. 4.121; of size, large enough, οὐχ ἱκανῆς οὔσης τῆς Ἁττικῆς Th. 1.2; οὐδʼ ἦν ἱκανά σοι . . μέλαθρα . . ἐγκαθυβρίζειν not large enough to riot in, E. Tr. 996; χώρα ἱ. τρέφειν τοὺς τότε Pl. R. 373d, al.; of number or magnitude, considerable, λῦπαι Antipho 2.2.2; μέρος τῶν ὄντων ib. 2.1.6, etc.; of Time, considerable, long, ἱ. χρόνον Ar. Pax 354 (lyr.); ἱ. χρόνος τινὶ ἐπιλαθέσθαι Lys. 3.10; ἱκανόν ἐστί τινι Damox. 1.1: with personal constr., ἔφη ἱκανὸς αὐτὸς ἀτυχῶν εἶναι Is. 2.7.
- 2 sufficient, satisfactory, ἱ. μαρτυρίαν παρέχεσθαι Pl. Smp. 179b; ἱ. λόγῳ ἀποδεῖξαι Id. Hp.Mi. 369c; τὸ ἱ. λαμβάνειν to take security or bail, Act.Ap. 17.9, OGI 629.100 (Palmyra, ii A.D.); τὸ ἱ. ποιεῖν give security, Plb. 32.3.13, D.L. 4.50, Just. Nov. 86.4 (but simply, satisfy, τῷ ὄχλῳ Ev.Marc. 15.15); ἱ. δοῦναι PSI 6.554.23 (iii B.C.), POxy. 294.23 (i A.D.); ἐφʼ ἱκανόν,= ἱκανῶς, Plb. 11.25.1, D.S. 11.40.
- III Adv. -νῶς sufficiently, adequately, Th. 6.92, etc.; λαγόνες λαπαραὶ ἱ. X. Cyn. 5.30, cf. Arist. Phgn. 807b26; ἱ. εἴρηται περί τινος Id. EN 1096a3, al.; later, considerably, amply, Philostr. VA 3.6, VS 1.8.3, Ant.Lib. 7.7; fully, μιᾶς ὥρας ἱ. παρελθούσης Ptol. Alm. 4.6.
- b excessively, οὔτε γὰρ ἱ. ὑγρόν ἐστι not too moist, Gal. 6.765, cf. 767,768; ἱ. βλαβερά Id. Vict.Att. 8; παχὺ ἱ. αἷμα ibid.
- 2 ἱ. ἔχειν to be sufficient, Th. 1.91, etc.; ἱ. ἐχέτω let this be enough, Pl. Sph. 245e; ἱ. ἔχει πρός τι Id. R. 430c, cf. X. Cyr. 6.3.22; περί τινος Pl. R. 402a; ἱ. ἔχειν τινί to be sufficiently supplied with . ., Id. Grg. 493c; ἱ. ἔχειν τοῦ βάθους Id. Tht. 194d; ἐπιστήμης Id. Phlb. 62a; ἱ. πεφυκέναι πρὸς τἆλλα Id. Chrm. 158b: abs., Antipho 2.1.1: Sup. -ωτάτως Hp. de Arte 12; -ώτατα Pl. Phlb. 67a.
1. van zaken genoeg, toereikend:
2. van pers. voldoende, in staat, bekwaam:
3. adv.
• Adv. ἱκανῶς , hinlänglich, genug, ἀποδέδεικται, Plat. Prot. 324d, ἔχειν, hinreichend sein, Thuc. 1.91 ; τοῦ βάθους, tief genug sein, Plat. Theaet. 194d ; ἱκανῶς ἐπιστήμης ἕξει Phil. 62a ; gut sein, Gorg. 486d u. öfter ; eingesehen haben, τοῦτο ὅτι Rep. V.477a ; γραμμάτων πέρι, ὅτι III.402a ; zur Genüge haben, Xen. Cyr. 1.6.7 ; πρός τινα, ihm gewachsen sein, 6.3.22.
Strong 2425
1. of persons, suffcient, competent, fit: c. inf., Mt 3:11, Mk 1:7, Lk 3:16, I Co 15:9, II Co 3:5, II Ti 2:2; seq. πρός, II Co 2:16; seq. ἵνα, Mt 8:8, Lk 7:6.
2. Of things, in number, quantity or size, sufficient, enough, much, many: absol., ἱκανοί, Lk 7:11 (WH, R, omit) 8:32, Ac 12:12 14:21 19:19, I Co 11:30; ὄχλος ἱ., Mk 10:46, Lk 7:12, Ac 11:24, 26 19:26; κλαυθμός, Ac 20:37; ἀργύρια, Mt 28:12; λαμπάδες, Ac 20:8; λόγοι, Lk 23:9; φῶς, Ac 22:6; ἱ, ἐστιν (cf.
- becoming, befitting, sufficing:
- Iof persons, sufficient, competent, c. inf., Hdt.; ἱκ. τεκμηριῶσαι sufficient to prove a point, Thuc.; ἱκ. ζημιοῦν with sufficient power to punish, Xen.; c. acc. rei, ἀνὴρ γνώμην ἱκανός a man of sufficient prudence, Hdt.; ἱκ. τὴν ἰατρικήν sufficiently versed in medicine, Xen.:—c. dat. pers. a match for, equivalent to, εἷς πολλοῖς ἱκανός Plat.:—absol., ἱκανὸς Ἀπόλλων Soph.; ἱκ. ἂν γένοιο σύ Eur.; ἱκανοὶ ὡς πρὸς ἰδιώτας very tolerable in comparison with common men, Plat.
- IIof things, sufficient, adequate, enough, Eur.; ἱκανὰ τοῖς πολεμίοις εὐτύχηται they have had successes enough, Thuc.:—of size, large enough, οὐχ ἱκανῆς οὔσης τῆς Ἀττικῆς Thuc.; ἱκανά σοι μέλαθρα ἐγκαθυβρίζειν large enough to riot in, Eur.:—of Time, considerable, long, Ar.
- 2sufficient, satisfactory, ἱκανὴ μαρτυρία Plat.:— τὸ ἱκανὸν λαμβάνειν to take security, NTest.
- IIIadv. -νῶς, sufficiently, adequately, enough, Thuc., etc.
- 2ἱκ. ἔχειν to be sufficient, to be far enough advanced, Thuc., Xen., etc.: —Sup. ἱκανώτατα Plat.
-
…μὲν ἀγαθοῦ αὐλητοῦ φαῦλος ἂν ἀπέβη, πολλάκις δʼ ἂν φαύλου ἀγαθός · ἀλλʼ οὖν αὐληταί γʼ ἂν πάντες ἦσαν ἱκανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ἰδιώτας καὶ μηδὲν αὐλήσεως ἐπαΐοντας. οὕτως οἴου καὶ νῦν, ὅστις σοι ἀδικώτατος φαίνεται ἄνθρωπος τῶν…
Plato, Protagoras
-
…, τῶν δὲ ἀπόντων ἐπιθυμῶν, καὶ τῷ καλλίστῳ ὀνόματι χρώμενος δεινοτάτων ἔργων διδάσκαλος καταστάς. περὶ μὲν τοίνυν Θηραμένους ἱκανά μοί ἐστι τὰ κατηγορημένα · ἥκει δʼ ὑμῖν ἐκεῖνος ὁ καιρός, ἐν ᾧ δεῖ συγγνώμην καὶ ἔλεον μὴ εἶναι…
Lysias, Speeches
-
…οὐδὲν ἂν δέοι ἐπʼ αὐτοὺς πολλοῦ ἀργυρίου ; σοὶ δὲ ὑπάρχει μὲν τὰ ἐμὰ χρήματα, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ἱκανά · ἔπειτα καὶ εἴ τι ἐμοῦ κηδόμενος οὐκ οἴει δεῖν ἀναλίσκειν τἀμά, ξένοι οὗτοι ἐνθάδε ἕτοιμοι ἀναλίσκειν · εἷς…
Plato, Crito
-
…τὰ βέλτιστα λέγοντες καὶ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας ἀποτρέποντες ; ἴσως δʼ ἂν ἔχοι εἰπεῖν ὅτι ἐδεδοίκει, καὶ ὑμῶν τοῦτο ἐνίοις ἱκανὸν ἔσται. ὅπως τοίνυν μὴ φανήσεται ἐν τῷ λόγῳ τοῖς τριάκοντα ἐναντιούμενος · εἰ δὲ μή, ἐνταυθοῖ δῆλος ἔσται…
Lysias, Speeches
-
…παρακαλέσαι μηδένα, εἰ μὴ τοῦτό γε τὸ παιδίον, ὃ ἐπικουρῆσαι μέν μοι οὐκ ἂν ἐδύνατο, μηνῦσαι δὲ ἱκανὸν ἦν βασανιζόμενον, εἴ τι ἐγὼ ἐξημάρτανον ; ἀλλʼ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἀφικόμην, ὥστε ἐπιβουλεύων Σίμωνι οὐκ ἐτήρησα αὐτὸν…
Lysias, Speeches
-
…. ὁρᾷς, ὦ Μέλητε, ὅτι σιγᾷς καὶ οὐκ ἔχεις εἰπεῖν ; καίτοι οὐκ αἰσχρόν σοι δοκεῖ εἶναι καὶ ἱκανὸν τεκμήριον οὗ δὴ ἐγὼ λέγω, ὅτι σοι οὐδὲν μεμέληκεν ; ἀλλʼ εἰπέ, ὠγαθέ, τίς αὐτοὺς ἀμείνους ποιεῖ…
Plato, Apology
-
…αὐτὸς πάνυ ἐδεόμην τε καὶ εἶπον · ὦ δαιμόνιε Θρασύμαχε, οἷον ἐμβαλὼν λόγον ἐν νῷ ἔχεις ἀπιέναι πρὶν διδάξαι ἱκανῶς ἢ μαθεῖν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἔχει ; ἢ σμικρὸν οἴει ἐπιχειρεῖν πρᾶγμα διορίζεσθαι ὅλου βίου διαγωγήν, ᾗ ἂν…
Plato, Republic
-
…περὶ αὐτῶν τούτων συγγένοιτο ὁτῳοῦν τῶν δημηγόρων, τάχʼ ἂν καὶ τοιούτους λόγους ἀκούσειεν ἢ Περικλέους ἢ ἄλλου τινὸς τῶν ἱκανῶν εἰπεῖν · εἰ δὲ ἐπανέροιτό τινά τι, ὥσπερ βιβλία οὐδὲν ἔχουσιν οὔτε ἀποκρίνασθαι οὔτε αὐτοὶ ἐρέσθαι, ἀλλʼ ἐάν…
Plato, Protagoras
-
…πολλοῦ ποιοῦμαι πείσας σε ταῦτα πράττειν, ἀλλὰ μὴ ἄκοντος. ὅρα δὲ δὴ τῆς σκέψεως τὴν ἀρχὴν ἐάν σοι ἱκανῶς λέγηται, καὶ πειρῶ ἀποκρίνεσθαι τὸ ἐρωτώμενον ᾗ ἂν μάλιστα οἴῃ. ἀλλὰ πειράσομαι. οὐδενὶ τρόπῳ φαμὲν ἑκόντας ἀδικητέον…
Plato, Crito
-
…τοῖς εἰπεῖν βουληθεῖσιν, ὥστε καλὰ μὲν πολλὰ τοῖς προτέροις περὶ αὐτῶν εἰρῆσθαι, πολλὰ δὲ καὶ ἐκείνοις παραλελεῖφθαι, ἱκανὰ δὲ καὶ τοῖς ἐπιγιγνομένοις ἐξεῖναι εἰπεῖν · οὔτε γὰρ γῆς ἄπειροι οὔτε θαλάττης οὐδεμιᾶς, πανταχῇ δὲ καὶ παρὰ πᾶσιν…
Lysias, Speeches