μεγαλόδους
μεγαλόδους, with large teeth
μεγᾰλόδους, οντος, ὁ, ἡ,
- with large teeth, gloss on ἀργιόδους, EM 137.6.
μεγαλόδους, οντος, großzahnig, EM. 137.6.
μεγαλόδους, with large teeth