Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλοδυναμέομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγαλοβόας
μεγαλόβομβος
μεγαλοβόος
μεγαλόβοτος
μεγαλόβουλος
μεγαλοβραχίων
μεγαλοβρεμέτης
μεγαλόβρομος
μεγαλόβρυχος
μεγαλόβωλος
μεγαλογάστωρ
μεγαλογκία
μεγαλογκίη
μεγαλογνωμέω
μεγαλογνωμονέω
μεγαλόγνωμος
μεγαλογνωμοσύνη
μεγαλογνώμων
μεγαλογραφέω
μεγαλογραφία
μεγαλοδαίμων
μεγαλοδάπανος
μεγαλόδενδρος
μεγαλόδηλος
μεγαλοδοξία
μεγαλόδοξος
μεγαλοδόξως
μεγαλόδουλος
μεγαλόδουπος
μεγαλόδους
μεγαλοδυναμέομαι
μεγαλοδυναμία
μεγαλοδύναμος
μεγαλοδωρεά
μεγαλοδωρέομαι
μεγαλοδωρία
μεγαλόδωρος
μεγαλοειδῶς
μεγαλοείμων
μεγαλοεργ
μεγαλοεργέω
μεγαλοέργημα
μεγαλοεργής
μεγαλοεργία
μεγαλοεργικός
μεγαλοεργός
μεγαλόζηλος
μεγαλόζωνος
μεγαλοημέρευσις
μεγαλόηχος
μεγαλόθριξ
μεγαλόθυμος
μεγαλόθυτον
μεγάλοιτος
μεγαλοκαμπής
μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαυλος
μεγαλόκερως
μεγαλοκευθής
μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκῆρυξ
…
μεγαλοδυναμέομαι
Save
Pape
μεγαλοδυναμέομαι
,
f.l.
bei Epict.
ench
. 19.2 für μέγα δύναμαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}