μεγαλοκρατής
μεγαλοκρατής, far-ruling
μεγᾰλο-κρᾰτής, ές,
- far-ruling, Ῥώμη AP 9.657 (Marian.).
μεγαλο·κρατής, ής, ές, [ᾰᾰ] très fort, très puissant, Anth. 9, 657.
Étym. μ. κράτος.
μεγαλοκρατής, ές, großmächtig, Ῥώμη, heißt Constantinopel, Agath. 49 (IX.657).
μεγαλοκρατής
μεγᾰλο-κρᾰτής, ές
κρατέιν
- far-ruling, Anth.