μεγαλόκαυλος
μεγαλόκαυλος, with large stalk
μεγᾰλό-καυλος, ον,
- with large stalk, Thphr. HP 7.6.3.
μεγαλό·καυλος, ος, ον [ᾰ] à grosse tige, Th. H.P. 7, 6, 3.
Étym. μ. καυλός.
μεγαλόκαυλος, großstengelig, -stielig, Theophr.