μεγάλοιτος
μεγάλοιτος, very wretched
μεγάλοιτος [ᾰ], ον,
- very wretched, Theoc. 2.72.
μεγάλ·οιτος, ος, ον [ᾰ] très malheureux, infortuné, Thcr. Idyl. 2, 72.
Étym. μ. οἶτος.
μεγάλοιτος, sehr unglücklich, Theocr. 2.72.
μεγάλοιτος
μεγάλ-οιτος, ον
- very wretched, Theocr.