μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπος, with large fruit
μεγᾰλό-καρπος, ον,
- with large fruit, Thphr. HP 4.4.5.
μεγαλό·καρπος, ος, ον [γᾰ] qui produit de gros fruits, Th. H.P. 4, 4, 5.
Étym. μ. καρπός.
μεγαλόκαρπος, mit großen Früchten, Theophr.