μεγαλοκευθής
μεγαλοκευθής, concealing much: capacious
μεγᾰλο-κευθής, ές,
- concealing much: capacious, θάλαμοι Pi. P. 2.33.
μεγαλο·κευθής, ής, ές, très profond, propr. qui cache grandement, Pd. P. 2, 60.
Étym. μ. κεύθω.
μεγαλοκευθής, ές, viel bergend, geräumig, θάλαμοι, Pind. P. 2.33.
μεγᾰλοκευθής
- 1with vast interior μεγαλοκευθέεσσιν ἔν ποτε θαλάμοις P. 2.33
μεγαλοκευθής
μεγᾰλοκευθής, ές
- concealing much: capacious, Pind.