μεγαλοεργικός Save LSJ Bailly 2024 μεγᾰλο-εργικός, ή, όν, contr. μεγᾰλουργικός, -εργής, Procl. in Alc. p.137 C. *μεγαλοεργικός, p. contr. μεγαλουργικός, ή, όν [ᾰ] enclin à la magnificence, magnifique, Procl. Étym. μεγαλοεργός.