μεγαλόζηλος
μεγαλόζηλος, very zealous
μεγᾰλό-ζηλος, ον,
- very zealous, gloss on ἀγάζηλος, EM 5.29.
μεγαλόζηλος, Erkl. von ἀγάζηλος, EM. 5.29.
μεγαλόζηλος, very zealous