μονόξοος
μονόξοος, singly cleft
μονό-ξοος, ον,
- singly cleft, opp. δίξοος, τετράξοος, Thphr. HP 5.1.10.
μονό·ξοος, οος, οον, qui n’a qu’une fente, Th. H.P. 5, 1, 10.
Étym. μ. ξέω.
μονόξοος, einfach gespalten, Theophr.