About
Menu

μονόπους

μονόπους, one-footed

μονό-πους, Ion. μουνό-, ὁ, ἡ, -πουν, τό, gen. ποδος,
  • one-footed, AP 9.233 (Eryc.), Man. 1.137; μ. τράπεζα Poll. 10.69.

Saved

Recent