Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονοπροσώπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονοναύτης
μονονού
μονονούκ
μονονουχί
μονονυχί
μονόξοος
μονόξυλον
μονόξυλος
μονοούσιος
μονοπάθεια
μονόπαις
μονοπάλη
μονοπάλης
μονοπάτιον
μονοπάτωρ
μονοπέδιλος
μονοπείρας
μονόπελμος
μονόπεπλος
μονόπηρος
μονόπλευρος
μονόπλοια
μονοποδία
μονοποδιαῖος
μονοπόδιον
μονόποιος
μονόπους
μονοπραγματέω
μονοπροσωπέω
μονοπρόσωπος
μονοπροσώπως
μονόπτερος
μονοπτύχιος
μονόπτυχος
μονόπτωτος
μονοπύθμενος
μονοπύργιον
μονοπωλεῖον
μονοπωλέω
μονοπώλης
μονοπωλία
μονοπώλιον
μονόπωλος
μονόρηξ
μονορρήξ
μονόρριζος
μονόρρυθμος
μονορύχης
μόνορχις
μόνος
μονοσάνδαλος
μονόσεπτος
μονοσήμαντος
μονοσίδηρος
μονοσίλλη
μονόσιρος
μονοσιτέω
μονοσιτία
μονόσιτος
μονοσκελής
μονόσκηπτρος
…
μονοπροσώπως
Save
Bailly 2024
μονοπροσώπως,
adv.
avec forme unipersonnelle
ou
impersonnelle,
Gramm.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}