παίζω
παίζω, παίζω, play; joke (at) (verb)
- prop., play like a child, sport, τῇ δέ θʼ ἅμα Νύμφαι . . ἀγρονόμοι παίζουσι Od. 6.106, cf. 7.291 (never in Il.), Hdt. 1.114, etc.: metaph., αἰὼν παῖς ἐστὶ παίζων Heraclit. 52.
- 2 esp. dance, παίσατε Od. 8.251; δῶμα περιστεναχίζετο ποσσὶν ἀνδρῶν παιζόντων 23.147, cf. Hes. Sc. 277; π. τε καὶ χορεύειν Ar. Ra. 409, cf. 390; ἐνόπλια χαλκωθεὶς ἔπαιζεν Pi. O. 13.86:—Pass., ἀλλὰ πέπαισται μετρίως ἡμῖν, of the chorus, Ar. Th. 1227.
- 3 play [a game], σφαίρῃ π. Od. 6.100; κλεψύδρῃ Emp. 100.9; κύβοις ἐπὶ συνθήκαις π. Ctes. l.c.; ἀντʼ ἀστραγάλων κονδύλοισι π. Pherecr. 43, cf. Antiph. 92; π. διὰ γραμμῆς (v. γραμμή III. 2; π. πρὸς κότταβον Pl.Com. 46.1; μετά τινων with others, Hdt. 1.114: c. acc. cogn., κότταβον ἀγκύλῃ π. Anacr. 53 (dub.); σφαῖραν Plu. Alex. 73; π. παιδιὰν πρός τινα Ar. Pl. 1055, cf. Pl. Alc. 1.110b; κύνα καὶ πόλιν π., of a game similar to our draughts, Cratin. 56: with Advbs., φαινίνδα π. Antiph. 283, cf. Crates Com. l.c., etc.
- 4 play on a musical instrument, h.Ap. 206: c. acc., Πὰν ὁ καλαμόφθογγα παίζων Ar. Ra. 230; dance and sing, Pi. O. 1.16.
- 5 play amorously, πρὸς ἀλλήλους X. Smp. 9.2; μετά τινος LXX Ge. 26.8; of mares, Arist. HA 572a30.
- 6 hunt, pursue game, π. κατʼ ἄλσος S. El. 567.
- II jest, sport, Hdt. 2.28, 5.4, 9.11; opp. σπουδάζω, X. Mem. 4.1.1; opp. σπουδῇ λέγω, Id. Cyr. 8.3.47; παίζετε ταῦτα λέγοντες (opp. σπουδάζετε) Pl. Euthd. 283b; π. καὶ χλευάζειν Ar. Ra. 376; π. καὶ γελᾶν Antiph. 218.4; πῖνε, παῖζε Amphis 8; π. πρός τινα make fun with a person, E. HF 952, cf. Pl. Men. 79a, Men. Pk. 198; π. εἴς τι play with a thing, Pl. Phd. 89b: c. Adj. neut., τοιαῦτα ἔπαιζον σπουδῇ πρὸς ἀλλήλους X. Cyr. 6.1.6: part. παίζων is freq. abs., jestingly, Pl. Tht. 145b, al.; opp. σπουδάζων, Id. Lg. 636c, al.:—Pass., ὁ λόγος πέπαισται has been made up as a jest (v.l. for πέπλασται), Hdt. 4.77; ταῦτα πεπαίσθω ὑμῖν enough of jest, Pl. Euthd. 278d, cf. Phdr. 278b, Phld. l.c.; πεπαῖχθαι τὴν λέξιν Timarch. l.c.; τοῦτο τὸ παιζόμενον ‘as the joke is’, Plu. Suav. 2.1090f; τὸ Μενεδήμῳ πεπαιγμένον ib. Profect. 81e; but οἷα πέπαιγμαι, in act. sense, Epigr.Gr. 979.3 (Philae).
- 2 c. acc., play with, make sport of, Luc. Nigr. 20, AP 10.64 (Agath.).
- 3 Gramm., of words played upon or coined for the jokeʼs sake, οἱ κωμῳδοὶ παίζειν εἰώθασι τὰ τοιαῦτα Sch. Ar. Av. 42, cf. 68, etc.
1. spelen, zich amuseren:
2. dansen:
3. schertsen, spotten:
scherzen, wie die Kinder spielen, lachen ; Od. 6.106, 7.291 ; H.h. Cer. 425 ; παίσατε, Od. 8.251, wo es tanzen bedeutet, wie 23.147 ; H.h. Ven. 120 ; Hes. Sc. 277, 282 ; μετʼ αὐτῆς παίζων χορεύειν βούλομαι, Ar. Ran. 415 ; παίζων ἐνόπλια, vom Waffentanze, Pind. Ol. 13.83 ; – ein musikalisches Instrument spielen, H.h. Apoll. 206 ; – gew. übh. scherzen, οἷα παίζομεν ἀμφὶ τράπεζαν, mit Hindeutung auf den Chorgesang, Pind. Ol. 1.16 ; θεᾶς παίζων κατʼ ἄλσος, Soph. El. 557, scheint auf die Jagd zu gehen ; παίζει πρὸς ἡμᾶς δεσπότης, Eur. Herc.Fur. 952 ; spotten, verlachen, παίσαντα καὶ σκώψαντα vrbdt Ar. Ran. 392, wie παίζων καὶ χλευάζων 375 (wovon es Plut. Symp. 2.1.5 unterscheidet); πέπαισται μετρίως ἡμῖν, Th. 1230 ; vgl. οὐκοῦν ἤδη πεπαίσθω μετρίως ἡμῖν τὰ περὶ λόγων, Plat. Phaedr. 278b ; πεπαῖχθαί τις ἂν οἰηθείη τὴν λέξιν, Timarch. bei Ath. XI.501e, wie ὁ λόγος ἄλλως πέπαισται ὑπὸ Ἑλλήνων, ist zum Scherz erdichtet, Her. 4.77 ; οὐχ ὅτι παίζει, καί φησιν ἐπιλήσμων εἶναι, Plat. Prot. 336d, er sagt zum Spaß ; πότερον παίζετε ταῦτα λέγοντες, Euthyd. 283b ; πρός τινα, Gorg. 500d, Hipp. mai. 300d ; εἰς τὰς τρίχας μου, auf meine Haare spotten, Phaed. 89b, wie Plut. Alex. 38 u. a.Sp.; Ggstz σπουδάζω, Plat. Phaedr. 234d, Gorg. 481a (wie bei Xen. Cyr. 8.3.47 im Ggstz von σπουδῇ λέγειν); καὶ γελᾶν, Euthyphr. 3e ; mit dem accus., παιδιάν, Scherz treiben, Alc. I, 110b, wie Ar. Plut. 1057 u. Luc. Prom. 8 ; auch παίζω παλαιστήν, ich spiele den Ringer, Epict. encheir. 29 ; παίζειν διὰ σκωμμάτων εἰς τοὺς ἀπαντῶντας, Plut. Camill. 33. – Sp. auch τί, verspotten, Luc. Nigr. 20 ; τινά τινι, Einen womit necken, Sp., die es auch bes. von verliebten Tändeleien brauchen, vgl. Naeke Choeril. p. 245. – Die dor. Form παίσδω Theocr. 15.42 u. öfter.
[παιδ-, παῖς.]
Aor. imp. παίσατε Od. 8.251.
To play, sport Od. 6.100, 106, Od. 7.291, Od. 8.251 (show us your skill in sport), Od. 23.147 (dancing).
- 1play c. intern. acc. οἷα παίζομεν φίλαν ἄνδρες ἀμφὶ θαμὰ τράπεζαν O. 1.16 ἀναβαὶς δʼ εὐθὺς ἐνόπλια χαλκωθεὶς ἔπαιζεν (sc. Bellerophon, mounted on Pegasos) O. 13.86
- Iproperly, to play like a child, to sport, play, Od., Hdt., etc.
- 2to dance, Od., Pind.:—so in Mid., Hes.
- 3to play [a game], σφαίρηι π. to play at ball, Od.; also, π. σφαῖραν Plut.
- 4to play (on an instrument), Hhymn.
- IIto sport, play, jest, joke, Hdt., Xen., etc.; π. πρός τινα to make sport of one, mock him, Eur.; π. εἴς τι to jest upon a thing, Plat.: the part. παίζων is used absol. in jest, jestingly, Plat.:—Pass., ὁ λόγος πέπαισται is jocularly told, Hdt.; ταῦτα πεπαίσθω ὑμῖν enough of jest, Plat.
- 2c. acc. to play with, Anth., Luc.
-
…τῇ γραφῇ ὥσπερ ἂν εἰ εἴποι · ἀδικεῖ Σωκράτης θεοὺς οὐ νομίζων, ἀλλὰ θεοὺς νομίζων. καίτοι τοῦτό ἐστι παίζοντος. συνεπισκέψασθε δή, ὦ ἄνδρες, ᾗ μοι φαίνεται ταῦτα λέγειν · σὺ δὲ ἡμῖν ἀπόκριναι, ὦ Μέλητε…
Plato, Apology
-
…πρότερον δὲ μεθύων εἷλκες αὐτήν. κἀγὼ μὲν ἐγέλων, ἐκείνη δὲ ἀναστᾶσα καὶ ἀπιοῦσα προστίθησι τὴν θύραν, προσποιουμένη παίζειν, καὶ τὴν κλεῖν ἐφέλκεται. κἀγὼ τούτων οὐδὲν ἐνθυμούμενος οὐδʼ ὑπονοῶν ἐκάθευδον ἄσμενος, ἥκων ἐξ ἀγροῦ. ἐπειδὴ…
Lysias, Speeches
-
…τοῦτο ὃ ἐμοὶ πεποίηκεν τό τε ὄνομα καὶ τὴν διαβολήν. ἀκούετε δή. καὶ ἴσως μὲν δόξω τισὶν ὑμῶν παίζειν · εὖ μέντοι ἴστε, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐρῶ. ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, διʼ οὐδὲν…
Plato, Apology
-
…καὶ χορεῦσαι · καὶ πολλὰ μὲν γέλοιά μʼ εἰ πεῖν, πολλὰ δὲ σπουδαῖα, καὶ τῆς σῆς ἑορτῆς ἀξίως παίσαντα καὶ σκώψαντα νικήσαντα ταινιοῦσθαι. ἄγʼ εἶα νῦν καὶ τὸν ὡραῖον θεὸν παρακαλεῖτε δεῦρο ᾠδαῖσι, τὸν ξυνέμπορον τῆσδε τῆς…
Aristophanes, Frogs
-
…· ἢ ʼγὼ φράσω · κείνης γὰρ οὐ θέμις μαθεῖν. πατήρ ποθʼ οὑμός, ὡς ἐγὼ κλύω, θεᾶς παίζων κατʼ ἄλσος ἐξεκίνησεν ποδοῖν στικτὸν κεράστην ἔλαφον, οὗ κατὰ σφαγὰς ἐκκομπάσας ἔπος τι τυγχάνει βαλών. κἀκ τοῦδε μηνίσασα…
Sophocles, Electra
-
…ἠδὲ θύγατρα τανύσφυρον, ἣν Ἀιδωνεὺς ἥρπαξεν, δῶκεν δὲ βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεύς, νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου, ἀγλαοκάρπου, παίζουσαν κούρῃσι σὺν Ὠκεανοῦ βαθυκόλποις ἄνθεά τʼ αἰνυμένην, ῥόδα καὶ κρόκον ἠδʼ ἴα καλὰ λειμῶνʼ ἂμ μαλακὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδʼ…
NA, Homeric Hymns
-
…ζαθέαις μολπαῖς κελαδεῖτε. Δήμητερ ἁγνῶν ὀργίων ἄνασσα συμπαραστάτει, καὶ σῷζε τὸν σαυτῆς χορόν, καί μʼ ἀσφαλῶς πανήμερον παῖσαί τε καὶ χορεῦσαι · καὶ πολλὰ μὲν γέλοιά μʼ εἰ πεῖν, πολλὰ δὲ σπουδαῖα, καὶ τῆς σῆς ἑορτῆς…
Aristophanes, Frogs
-
…καὶ οὐ Κῦρον θεμένη. καὶ ὅτε ἦν δεκαέτης ὁ παῖς, πρῆγμα ἐς αὐτὸν τοιόνδε γενόμενον ἐξέφηνέ μιν. ἔπαιζε ἐν τῇ κώμῃ ταύτῃ ἐν τῇ ἦσαν καὶ αἱ βουκολίαι αὗται, ἔπαιζε δὲ μετʼ ἄλλων ἡλίκων ἐν ὁδῷ .…
Herodotus, The Histories
-
…ἢ κοάξ. εἰκότως γʼ ὦ πολλὰ πράττων. ἐμὲ γὰρ ἔστερξαν εὔλυροί τε Μοῦσαι καὶ κεροβάτας Πὰν ὁ καλαμόφθογγα παίζων · προσεπιτέρπεται δʼ ὁ φορμικτὰς Ἀπόλλων, ἕνεκα δόνακος, ὃν ὑπολύριον ἔνυδρον ἐν λίμναις τρέφω. βρεκεκεκὲξ κοάξ κοάξ…
Aristophanes, Frogs
-
…, οὗ παννυχίζουσιν θεᾷ, φέγγος ἱερὸν οἴσων. χωρῶμεν ἐς πολυρρόδους λειμῶνας ἀνθεμώδεις, τὸν ἡμέτερον τρόπον τὸν καλλιχορώτατον παίζοντες, ὃν ὄλβιαι Μοῖραι ξυνάγουσιν. μόνοις γὰρ ἡμῖν ἥλιος καὶ φέγγος ἱλαρόν ἐστιν, ὅσοι μεμυήμεθʼ εὐ σεβῆ τε…
Aristophanes, Frogs